Ομιλίες
Ομιλία Τάσου Κουράκη στη συζήτηση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων: «Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση ατόμων με αναπηρία ή με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» (1η μέρα συζήτησης)
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΒΟΥΛΗΣ ΙΒ’ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΣ Α’ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΒΟΥΛΗΣ ΘΕΡΟΥΣ 2008 ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΚΓ’ Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008 ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΚΟΥΡΑΚΗΣ: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα ήθελα κατ’ αρχάς, δια ολίγον, να αναφερθώ στην πολιτική φιλοσοφία του νομοσχεδίου που συζητούμε. Ευθύς εξ αρχής θέλω να πω ότι είναι ένα νομοσχέδιο το οποίο, βεβαίως, δεν ικανοποιεί καθόλου τις προσδοκίες του αναπηρικού κινήματος και τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας στο ζήτημα αυτό. Θα μπορούσε κάποιος να πει προχείρως ότι πρόκειται για μία ανεπαρκή Κυβέρνηση, η οποία δεν είναι σε θέση να συντάξει ένα ανάλογο νομοσχέδιο. Θα έλεγα, όμως, ότι μία τέτοια αντιμετώπιση είναι μάλλον επιπόλαιη. Εδώ κρύβεται μία πολύ συγκεκριμένη πολιτική φιλοσοφία, η οποία στηρίζεται στο ότι δεν υπάρχει καμμία εμπιστοσύνη στο δημόσιο χαρακτήρα και καμμία υποχρεωτικότητα στην πράξη για την υποχρέωση της πολιτείας να παρέχει δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση σε όλα τα επίπεδα και σε όλα τα παιδιά, τα οποία προσδοκούν αυτό το αγαθό και δικαίωμα. Με την έννοια αυτή, τα παιδιά που έχουν αναπηρίες, με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, αντιμετωπίζονται με ένα τελείως επιπόλαιο χαρακτήρα όπου, σε τελευταία ανάλυση, αυτό που θα προκύψει ως ενδεχόμενο είναι η στροφή στην ιδιωτική εκπαίδευση, στο βαθμό που αναπτύσσεται και θα αναπτύσσεται από εδώ και πέρα συνεχώς καθ’ ότι από τις διακόσιες χιλιάδες παιδιά που έχουν ανάγκη αυτής της ειδικής ευεργετικής διαδικασίας, μόλις δεκαπέντε χιλιάδες απολαμβάνουν αυτού του αγαθού, όπως το απολαμβάνουν. Πάντως, είναι εντυπωσιακή, πέρα απ’ όλα τα άλλα, η ομολογία του κυρίου Υπουργού στη συνεδρίαση στην επιτροπή στις 26 Αυγούστου, όπου μ’ έναν απίστευτα κυνικό τρόπο ομολογεί ότι πράγματα που θα έπρεπε να έχουν γίνει εδώ και τριάντα χρόνια –ομολογεί δηλαδή, ότι είναι σωστό να είχαν γίνει- εξακολουθεί να μην τα κάνει. Δεν λέει δηλαδή, έστω ότι: «Υποσχόμεθα πως στο επόμενο διάστημα θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε», αλλά δηλώνει ότι αυτό που δεν κάνει το νομοσχέδιο είναι ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα παιδιά από το διάστημα της ημέρας που γεννιόνται μέχρι τα πέντε χρόνια, καθ’ ότι αυτό είναι αρμοδιότητα του Υπουργείου Υγείας. Αναγνωρίζει βεβαίως ότι αυτό είναι εξαιρετικά αντισυνταγματικό, ότι είναι τελείως αφύσικο, ότι είναι αντιλειτουργικό, αλλά αυτή η αναγνώριση δεν οδηγεί στην άρση αυτής της κατάστασης, αλλά στη διαιώνισή της. Έτσι, λοιπόν, βρισκόμαστε μπροστά στο τραγικό τα παιδιά, τα οποία έχουν εξαιρετικές εκπαιδευτικές ανάγκες, κυρίως τα πρώτα χρόνια της ζωής τους, από την ηλικία γέννησης μέχρι τα πέντε χρόνια, να βρίσκονται εκτός εκπαιδευτικού συστήματος με αποτέλεσμα οι όποιες εκπαιδευτικές δυσλειτουργίες να έχουν μονιμοποιηθεί και η αναίρεσή τους να είναι πάρα πολύ δύσκολη από εκεί και πέρα. Θα έλεγα ότι είναι αξιοπαρατήρητο το γεγονός πως τόσο στην εισηγητική έκθεση, όσο και στο νομοσχέδιο γίνεται προσπάθεια να φανεί ότι υπάρχει πρόβλεψη για παροχή έγκαιρης παρέμβασης και διά βίου εκπαίδευσης, αλλά στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα στο ζήτημα αυτό. Βεβαίως, ο κύριος Υπουργός, πρέπει να γνωρίζει αφού εισηγείται το νομοσχέδιο, ότι τα κέντρα έγκαιρης παρέμβασης στην ειδική αγωγή δεν είναι βρεφικοί σταθμοί, αλλά είναι εξατομικευμένα προγράμματα ειδικής εκπαίδευσης για βρέφη και προγράμματα συμβουλευτικής γονέων στα οποία εργάζονται εκπαιδευτικοί ειδικής αγωγής με εξειδίκευση σ’ αυτόν τον τομέα καθώς και ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό το οποίο απαξιώνεται εξαιρετικά με την περικοπή των επιδομάτων. ‘Ένα άλλο σοβαρό θέμα το οποίο προβάλλεται μόνο για λόγους εντυπωσιασμού, είναι η διά βίου εκπαίδευση όπου κατά ένα περίεργο τρόπο αναλαμβάνεται από εκπαιδευτικούς οι οποίοι δεν έχουν εκπαιδευτεί ειδικά για αυτό το αντικείμενο αλλά έχουν σχέση με τομείς εκπαίδευσης των ενηλίκων. Έτσι το θέμα της αυτόνομης διαβίωσης λύνεται με το παρόν νομοσχέδιο στην ηλικία των είκοσι τριών ετών για όλα τα παιδιά και γι’ αυτά που έχουν σοβαρή νοητική υστέρηση και γι’ αυτά που έχουν πολλαπλές αναπηρίες, μόνο μέσω μιας διδασκαλίας από αναρμόδιους ανθρώπους. Κατά την αντίληψη του Υπουργείου δεν χρειάζεται να αναπτυχθούν δομές στη χώρα μας. Τα προβλήματα λύνονται μόνο με τη διδασκαλία και αυτό παρουσιάζεται ως πολύ μεγάλη μεταρρύθμιση. Είναι χαρακτηριστικό, ότι το εξαιρετικά σημαντικό αυτό νομοσχέδιο δεν είναι προϊόν δημοκρατικής ουσιαστικής διαβούλευσης. Το χρονικό διάστημα ήταν εξαιρετικά περιορισμένο. Πληθώρα φορέων στη συντριπτική τους πλειοψηφία τοποθετήθηκαν αρνητικά απέναντι σ’ αυτό το νομοσχέδιο. Προσφάτως, τέσσερις χιλιάδες γονείς παιδιών με σχετικές αναπηρίες ενυπόγραφα κατέθεσαν την εξαιρετικά μεγάλη αντίθεσή τους. Το ελάχιστο που θα μπορούσαν να ζητήσουν και να ζητήσουμε και εμείς, αλλά καταλαβαίνω ότι κάτι τέτοιο θα προσκρούσει στην άρνηση του Υπουργείου, είναι αναβολή ώστε να μπορέσουμε να το συζητήσουμε σε βάθος. Παρ’ όλα αυτά, εκείνο που θα μπορούσαμε να συζητήσουμε είναι ένας απολογισμός της προηγούμενης κατάστασης. Δηλαδή να εντοπιστούν οι αιτίες της προηγούμενης δυσλειτουργίας όλου του προηγούμενου καθεστώτος και να επισημανθεί η έλλειψη υποδομών καθώς και οι τρέχουσες ανάγκες που αναγκαίο να καλυφθούν με κάθε τρόπο στα πλαίσια των αιτημάτων του αναπηρικού κινήματος και των προτάσεων των επιστημονικών φορέων. Βλέπουμε όμως ότι τελικώς ήρθε ένα νομοσχέδιο το οποίο βρίθει αντιδημοκρατικών, αντιπαιδαγωγικών και αντιεπιστημονικών διατάξεων οι οποίες δεν συγκροτούν εκπαιδευτική πολιτική. Εμείς θα θέλαμε ένα νομοσχέδιο το οποίο θα στοχεύει πρώτα στον εκπαιδευτικό προσανατολισμό της καταπολέμηση της σχολικής διαρροής των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και δεύτερον, στην άρση του κοινωνικού αποκλεισμού των ατόμων με αναπηρία. Σήμερα, η νοοτροπία των περισσοτέρων νομοσχεδίων όπως γίνεται και στο υπάρχον νομοσχέδιο είναι ότι για να λειτουργήσει πρέπει να εκδοθούν πέντε προεδρικά διατάγματα, περίπου σαράντα υπουργικές και διϋπουργικές αποφάσεις, καθώς και άπειρες κανονιστικές και διοικητικές πράξεις από διοικητικά όργανα και υπηρεσιακά συμβούλια του εκπαιδευτικού συστήματος. Αντιλαμβανόμεθα ότι με αυτόν τον τρόπο παραχωρείται η εξουσία στον εκάστοτε Υπουργό Παιδείας ο οποίος μπορεί να καταργεί και να τροποποιεί κατά το δοκούν όλες τις διατάξεις και τις παροχές, δηλαδή ουσιαστικά όλο το νόμο. ‘Ετσι δεν κατοχυρώνεται καμμιά από τις παροχές και από τα λοιπά δικαιώματα. Εκείνο που είναι πολύ σημαντικό είναι ότι το νομοσχέδιο δεν αναφέρει λέξη για τους πόρους. Δηλαδή δεν αναφέρει που θα βρεθούν οι πόροι οι οποίοι θα μπορούσαν να συντελέσουν στην υλοποίηση του νέου νόμου. Βεβαίως, αυτό το πρόβλημα υπήρχε και στους προηγούμενους ν. 2817/2000 και 3194/2003. Πώς δηλαδή θα στηριχθεί ο νέος διαγνωστικός φορέας που εσείς θεσμοθετείτε, ο Κ.Ε.Δ.Υ., ο οποίος μάλιστα κατά το γράμμα του νόμου στελεχώνεται από παιδοψυχιάτρους, από παιδονευρολόγους, από αναπτυξιολόγους, από εργοθεραπευτές και από λογοθεραπευτές; Πρέπει όμως σ’ αυτό το σημείο να πούμε ότι αυτός ο νέος διαγνωστικός φορέας κυρίως καλύπτει διαγνωστικές ανάγκες και εκπαιδευτικές ανάγκες. Δηλαδή, το τιμ των ανθρώπων που καλούνται να αντιμετωπίσουν και να διαγνώσουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες αυτών των παιδιών, ουσιαστικά θα προβεί σε μια διάγνωση ανεπάρκειας που προκύπτει από το πρόβλημα που υπάρχει. Έτσι, λοιπόν, θα έχουμε μία διάγνωση για μία νόσο, για μία κατάσταση, για ένα σύμπτωμα, αλλά όχι μια πιστοποίηση μιας εκπαιδευτικής ανάγκης, η οποία θα μπορούσε να συνεπάγεται τα μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν για την αντιμετώπιση αυτών των αναγκών. Οδηγούμαστε δηλαδή σε μία ιατρικοποίηση των διαδικασιών ενός διεπιστημονικού θεσμού που θα περιμέναμε ότι θα έπρεπε, αντί να προτάσσεται το ιατρικό μοντέλο της θεραπευτικής εκπαίδευσης, να υιοθετούνται οι κοινωνικοί και εκπαιδευτικοί προσανατολισμοί και η παροχή ειδικών υπηρεσιών εκπαίδευσης από τη βρεφική ηλικία, όπως είπαμε προηγουμένως, μέχρι την πλήρη επαγγελματική αποκατάσταση των ανθρώπων με τις αναπηρίες. Εκείνο που είναι ακόμη σημαντικό, είναι ότι επειδή ακριβώς, όπως είπα στην αρχή, δεν προβλέπεται καθόλου ολική χρηματοδότηση για μία αναμόρφωση της γενικής εκπαίδευσης, με υποδομές και προσωπικό για την παροχή εκπαίδευσης στα παιδιά με αναπηρία, τελικώς τα παιδιά σπρώχνονται, όχι μόνο στα ειδικά σχολειά, αλλά και σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, αφού δεν προβλέπονται μέτρα ενίσχυσης της προσβασιμότητας των εκπαιδευτικών δομών και υπηρεσιών, καθώς και της ηλεκτρονικής προσβασιμότητας των ατόμων με αναπηρία. Εμείς εκτιμούμε ότι θα μπορούσε το νομοσχέδιο να προβλέπει τη σύσταση επιτροπής προσβασιμότητας των σχολικών κτηρίων και όλων των υπηρεσιών που ασχολούνται με την εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία. Θεωρούμε ότι επιτροπή στο παιδαγωγικό ινστιτούτο, με συμμετοχή έγκριτων επιστημόνων και εκπροσώπων των ατόμων με αναπηρία, που θα ασχολείται με τα θέματα της ηλεκτρονικής προσβασιμότητας μπορεί να συσταθεί. Ακόμη πρέπει να σας πω ότι στο νομοσχέδιο, όσον αφορά τα λεγόμενα χαρισματικά παιδιά, εισάγεται ένας παιδαγωγικός ρατσισμός, ο οποίος πρωτοεμφανίστηκε βέβαια δειλά στον προηγούμενο ν. τον 3194/2003, όπου αναφέρει ότι μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, είναι και οι μαθητές που έχουν μια ή περισσότερες νοητικές ικανότητες και ταλέντα. Στους συντάκτες των αντιεπιστημονικών προσεγγίσεων του σχεδίου νόμου θα μπορούσαμε να υπενθυμίσουμε πως τα ερευνητικά αποτελέσματα των περισσοτέρων επιστημονικών κλάδων καταρρίπτουν έννοιες, όπως αυτές του χαρίσματος, ως βιολογικού χαρακτηριστικού, υποδεικνύοντας και αποδεικνύοντας πως μεταφέρουν ιδεολογικά στοιχεία του κυρίαρχου λόγου, ο οποίος στηρίζει και διαμορφώνει τον ταξικό ρατσισμό. Σήμερα γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά –αυτό το διδάσκω και εγώ στο πανεπιστήμιο στην Ιατρική Σχολή- ότι ο κάθε άνθρωπος φέρει μέσα του εύρος δυνατοτήτων και βεβαίως αυτό το εύρος σε όλους τους ανθρώπους σε διαφορετικούς τομείς είναι περισσότερο αναπτυγμένο. Ο καθένας από εμάς δηλαδή, έχει μέσα του εξαιρετικά τάλαντα, φθάνει να βρεθεί το κατάλληλο κοινωνικό περιβάλλον, ώστε αυτά να μπορέσουν να αναπτυχθούν. Δεν υπάρχουν εξ ορισμού χαρισματικά παιδιά και η αντιμετώπιση που προβλέπει ο νομοθέτης σ' αυτό το νομοθέτημα είναι πως εκτιμούμε ότι δεν μπορεί να στηρίζει τις προτάσεις του σε προκείμενες αντιλήψεις βιολόγων ή ψυχολόγων προηγούμενου αιώνα, που υποστήριζαν πως η νοημοσύνη είναι κληρονομική, μετρήσιμη και σταθερή. Δεν μπορεί βεβαίως, να αποσιωπά την αμφισβήτηση της επιστημονικής κοινότητας, για το τι μετρούν και τι είδους συμπεράσματα εξάγουν τα γνωστότερα και πολυχρησιμοποιημένα σε όλο τον κόσμο τεστ νοημοσύνης. Και βεβαίως, δεν επιτρέπεται με βάση το γράμμα του Συντάγματος της Ελλάδας, να διαχωρίζονται οι πολίτες, και πολύ περισσότερο μάλιστα οι υπό διαμόρφωση πολίτες, δηλαδή τα παιδιά και οι μαθητές, ως ευφυέστερα των άλλων, χρησιμοποιώντας τα προαναφερθέντα δόκιμα, αλλά και απομονωμένα από την κοινωνική πραγματικότητα εργαλεία. Όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το πολιτικά επικίνδυνο στο άρθρο αυτό, είναι ότι εμπλέκεται σ’ ένα θεσμικό ρατσιστικό ρόλο ο ίδιος ο Υπουργός Παιδείας, ο οποίος αναθέτει με απόφασή του την ανάπτυξη προτύπων αξιολόγησης και ειδικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τους μαθητές με νοητικές ικανότητες και ταλέντα, σε πανεπιστημιακά ιδρύματα που θα εκδηλώσουν ενδιαφέρον κατόπιν πρόσκλησης. Εκτιμούμε πως δεν μπορεί η ελληνική κοινωνία να επιτρέψει τη θέσπιση νόμων από τη Βουλή των Ελλήνων οι οποίοι θα υποχρεώνουν τον Υπουργό Παιδείας της Ελλάδας να προωθεί οικονομικές επενδύσεις στα ελληνικά πανεπιστήμια που θα υποστηρίζουν την ανάπτυξη ρατσιστικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Έχει αναφερθεί και από άλλους συναδέλφους ότι από το νομοσχέδιο αυτό απουσιάζει εντελώς το ειδικό άρθρο που θα έπρεπε να υπάρχει για το αυτιστικό φάσμα όπως πολύ σωστά υπάρχει το αντίστοιχο άρθρο για τα κωφά και τα τυφλά παιδιά παρ’ όλο που πρόκειται για μια ιδιαίτερη αναπηρία που αντιπροσωπεύει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά παιδιών με αναπηρία. Στις τροποποιήσεις που ονομάστηκαν νομοτεχνικές παρεμβάσεις βλέπουμε ότι γίνεται μια δειλή αναφορά στα αυτιστικά παιδιά αλλά είναι εξαιρετικά ανεπαρκής για να καλύψει τις ανάγκες αυτής της κατηγορίας. Επίσης είναι χαρακτηριστικό –ήδη επισημάνθηκε και από την κυρία Δραγώνα στην επιτροπή- ότι το νομοσχέδιο μιλάει για την εκπαίδευση αλλά εξαιρεί απολύτως την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Εδώ επομένως πρόκειται για μια εξαιρετικά μεγάλη έλλειψη, κύριε Υπουργέ, δηλαδή ότι απουσιάζει κάθε πρόνοια για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά ότι στα πανεπιστήμια δεν υπάρχει απολύτως καμμία πρόβλεψη για τη συνέχιση των παιδιών με αναπηρία στη τριτοβάθμια εκπαίδευση. Είναι μια εξαιρετική αδικία, είναι εξαιρετικά άσχημο για όλη την κοινωνία και για τα ίδια τα παιδιά. Είναι ισότιμοι πολίτες, δεν διαφέρουν σε τίποτε παρά μόνο ότι θα πρέπει να διευκολυνθούν στο βαθμό πρόσβασής τους. Λαμβάνοντας υπ' όψιν μια κατηγορία απολύτως ενδεικτικά, την κατηγορία των τυφλών ή των ατόμων με προβλήματα όρασης, θα έλεγα ότι θα πρέπει να τους αναγνωριστεί το δικαίωμα να ηχογραφούν κατά τη διάρκεια της παράδοσης του μαθήματος μετά από ενημέρωση του καθηγητή, το μάθημα, θα μπορούσε να υπάρχει μια έγκυρη παράδοση συγγραμμάτων στην αρχή του εξαμήνου από τους αρμόδιους στη μορφή Braille, να υπάρχει δηλαδή μια ψηφιακή ηχογράφηση, να υπάρχει εξοπλισμός κάθε σχολής στην οποία φοιτά τυφλός, με υπολογιστή, σκάνερ και εκτυπωτή Braille, η πολιτεία να παρέχει όλο το απαιτούμενο τεχνικό λογισμικό δηλαδή laptop με συνθέτη φωνής κ.λπ. όπως και παρεμβάσεις στους εξωτερικούς χώρους, όπως δωρεάν παροχή γρήγορου internet και πολλά άλλα τα οποία θα μπορούσαν να υλοποιήσουν το γράμμα του νόμου που έχουμε ψηφίσει σ’ αυτή εδώ την Αίθουσα, το νόμο πλαίσιο των Α.Ε.Ι. όπου προβλέπεται να υπάρχει ένα γραφείο εξυπηρέτησης αναπήρων. Θα έλεγα ότι ακόμη θα μπορούσε να δημιουργηθεί τίτλος μεταπτυχιακών σπουδών στον τομέα της ψυχολογίας των αναπήρων που θα βοηθούσε εξαιρετικά στην εξοικείωση με το πρόβλημα και τη λύση εν τέλει αυτού του ζητήματος. Σχετικά με τους γονείς θα ήθελα να πω ότι το νομοσχέδιο αφαιρεί από τους γονείς των παιδιών με ειδικές ανάγκες το δικαίωμα που είχαν ως τώρα και που έχουν όλοι οι άλλοι γονείς να επιλέγουν αυτοί το σχολείο και πρόγραμμα που θα ακολουθήσουν τα παιδιά τους. Αυτό δημιουργεί ανισότητες στους πολίτες της χώρας μας αφού οι γονείς των παιδιών με ειδικές ανάγκες υποβάλλονται σε διαφορετική μεταχείριση απ’ όλους τους άλλους Έλληνες γονείς. Όσον αφορά για την καθιέρωση της υποχρεωτικότητας θα έλεγα ότι για μας η υποχρεωτικότητα είναι ταυτόχρονα η υποχρέωση της πολιτείας να εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις ώστε να γίνεται πράξη αυτή η υποχρεωτικότητα, γιατί αν εννοούμε υποχρεωτικότητα αυτό που έγινε με τη μονοετή προσχολική αγωγή καταλαβαίνετε ότι οι μόνοι ευνοημένοι από αυτήν την ιστορία είναι τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια καθώς διαβάζουμε κάθε μέρα ότι εξήντα χιλιάδες νήπια στερούνται θέσεων στη δημόσια εκπαίδευση. Τέλος θα ήθελα να πω όσον αφορά το προσωπικό δηλαδή τον κορμό που στηρίζει αυτόν τον θεσμό ότι δεν μπορούμε να δεχθούμε την ωρομίσθια και τη μερική απασχόληση παρά μόνο την πλήρη και μόνιμη απασχόληση που είναι βασικό δικαίωμα όλων των εργαζομένων. Αυτό απηχεί και αντανακλά στην ορθή λειτουργία του όλου εκπαιδευτικού συστήματος. Και βεβαίως, κύριε Υπουργέ, θα παρακαλούσαμε και εμείς να πάρετε πίσω την περικοπή του επιδόματος και στις κατηγορίες του ειδικού εκπαιδευτικού προσωπικού. Νομίζω ότι δεν έχουμε απολύτως κανένα δικαίωμα σε ανθρώπους οι οποίοι δίνουν τη ψυχή τους στην ειδική αγωγή να τους συμπεριφερόμαστε με αυτόν τον τρόπο. Η θέση του κόμματός μας είναι ότι θα πρέπει να ενσωματωθεί στο βασικό μισθό και βεβαίως καμμία σκέψη για την αλλαγή της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης εννιακοσίων οικογενειών με σοβαρές επιπτώσεις και στους ίδιους αλλά και στο ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα. Για όλους τους λόγους και πολλούς ακόμα, που θα αναπτύξουμε στην κατ’ άρθρον συζήτηση του νομοσχεδίου, εμείς βεβαίως καταψηφίζουμε αυτό το νομοσχέδιο. Κλείνοντας, κύριε Πρόεδρε, θέλω να πω ότι χαιρόμαστε που έγιναν δεκτές δύο τροποποιήσεις μας όσον αφορά τη φιλοσοφία του νομοσχεδίου. Στο άρθρο 1 δεν θεωρούμε ότι είναι καθόλου λίγο να αναγνωρίσει η πολιτεία ότι δεσμεύεται να κατοχυρώνει και να αναβαθμίζει συνεχώς τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της ειδικής αγωγής. Μένει αυτό το πράγμα να γίνει πράξη μέσα από συγκεκριμένα άρθρα. Σας ευχαριστώ.
